Η στρατηγική των ΗΠΑ στο Ιράν εμφανίζεται όχι ως σχέδιο νίκης αλλά ως μια αλληλουχία κλιμακούμενων κινήσεων χωρίς σαφή πολιτικό προορισμό
Στην Ουάσιγκτον επανέρχεται διαρκώς η ίδια λίστα των 6 στόχων: η νήσος Kharg, τα Στενά του Hormuz, τα τρία αμφισβητούμενα νησιά (Abu Musa, Greater Tunb, Lesser Tunb), Chabahar, Khuzestan και ένα πιθανό κουρδικό μέτωπο.
Για το αμερικανικό πολιτικό και στρατιωτικό κατεστημένο, η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το ποιο από αυτά τα σημεία μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας επιτυχημένης στρατιωτικής επιχείρησης.
Ωστόσο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποια «πόρτα» μπορεί να ανοίξει.
Είναι αν υπάρχει έξοδος.
Η γεωγραφία του Ιράν, η στρατιωτική του διάταξη και η ίδια η ιστορία δείχνουν το αντίθετο.
Κάθε πιθανό σημείο εισόδου δεν οδηγεί σε γρήγορη νίκη, αλλά σε ακόμη βαθύτερη εμπλοκή.
Κάθε νέο βήμα αυξάνει το κόστος για τις Ηνωμένες Πολιτείες, περιορίζει τις επιλογές τους και τις παγιδεύει σε έναν πόλεμο που δύσκολα μπορεί να κερδηθεί.
Η ιστορία που η Ουάσιγκτον επιμένει να αγνοεί
Η αμερικανική πολιτική ηγεσία δείχνει να ξεχνά ένα βασικό μάθημα του Πολέμου της Κορέας.
Το 1950, όταν η Ουάσιγκτον ετοιμαζόταν να επεκτείνει τον πόλεμο στην ασιατική ήπειρο, μόνο ένας κορυφαίος στρατιωτικός τόλμησε να διαφωνήσει.
Ο στρατηγός Omar Bradley προειδοποίησε τον τότε πρόεδρο Harry Truman ότι ο αμερικανικός στρατός ήταν πολύ μικρός για έναν εκτεταμένο χερσαίο πόλεμο στην Ασία.
Ακολούθησαν τρία χρόνια αιματηρού αδιεξόδου.
Περισσότερες από επτά δεκαετίες αργότερα, το ίδιο στρατηγικό πρόβλημα παραμένει άλυτο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν τεράστια ναυτική και αεροπορική ισχύ, όμως δεν αποτελούν δύναμη σχεδιασμένη να καταλάβει και να διατηρήσει τον έλεγχο μιας τεράστιας χώρας όπως το Ιράν.
Κι όμως, στην Ουάσιγκτον η ίδια ψευδαίσθηση επιστρέφει ξανά και ξανά.

Η στρατηγική του Donald Trump και η πραγματικότητα
Στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, στις 8 Ιουλίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump ανακοίνωσε ότι θεωρεί νεκρή την εκεχειρία με το Ιράν και επανέφερε την απειλή κατάληψης του νησιού Kharg, δηλώνοντας χαρακτηριστικά πως «δεν μπορούν να κάνουν απολύτως τίποτα».
Η πραγματικότητα όμως αποδείχθηκε διαφορετική.
Παρά τις συνεχείς αεροπορικές επιθέσεις επί ημέρες, τα προβλήματα που υποτίθεται ότι θα επιλύονταν παρέμειναν.
Τα Στενά του Hormuz συνέχισαν να βρίσκονται υπό πίεση, ενώ η στρατηγική εικόνα δεν μεταβλήθηκε ουσιαστικά.
Αυτό αναδεικνύει μια βαθύτερη αδυναμία της αμερικανικής στρατηγικής: μπορεί να καταστρέφει στόχους, αλλά αδυνατεί να επιβάλει πολιτικό αποτέλεσμα.

Douglas Macgregor: «Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να νικήσουν»
Από τις ελάχιστες φωνές που αμφισβητούν δημόσια την κυρίαρχη γραμμή στην Ουάσιγκτον είναι ο απόστρατος συνταγματάρχης Douglas Macgregor, πρώην διοικητής τεθωρακισμένων στον Πόλεμο του Κόλπου και πρώην σύμβουλος του Πενταγώνου.
Η θέση του είναι σαφής.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν την απαραίτητη χερσαία δύναμη για να καταλάβουν και να ελέγξουν το Ιράν.
Χωρίς μαζική στρατιωτική ανάπτυξη εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών, οποιαδήποτε προσπάθεια στρατιωτικής νίκης είναι πρακτικά αδύνατη.
Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να κερδίσει έναν πόλεμο που δεν διαθέτει τα μέσα να ολοκληρώσει.

Douglas Macgregor
Νήσος Kharg: Ένας στόχος χωρίς στρατηγικό αποτέλεσμα
Η νήσος Kharg αποτελεί τον βασικό κόμβο εξαγωγής ιρανικού πετρελαίου, μέσω του οποίου διακινείται περίπου το 90% των εξαγωγών αργού της χώρας.
Για την αμερικανική πλευρά, η κατάληψή του παρουσιάζεται ως αποφασιστικό πλήγμα.
Στην πραγματικότητα όμως δεν λύνει κανένα από τα βασικά στρατηγικά προβλήματα.
Ακόμη και αν οι αμερικανικές δυνάμεις καταλάμβαναν το νησί, δεν θα εξασφάλιζαν την επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz, ούτε θα εξουδετέρωναν τις ιρανικές στρατιωτικές δυνατότητες στην περιοχή.
Η επιχείρηση θα δημιουργούσε απλώς ένα νέο, απομονωμένο μέτωπο που θα απαιτούσε συνεχή προστασία και ενισχύσεις.

Στενά του Hormuz: Εκεί όπου η γεωγραφία νικά την υπερδύναμη
Τα Στενά του Hormuz αποτελεί το σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα του πλανήτη.
Παρά τις αμερικανικές επιθέσεις, το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει κινητούς εκτοξευτές αντιπλοϊκών πυραύλων, ναρκοθετικά μέσα και παράκτια αμυντικά συστήματα.
Για να εξουδετερωθούν πλήρως αυτές οι δυνατότητες, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να καταλάβουν ολόκληρη την παραλιακή ζώνη του Ιράν.
Αυτό σημαίνει χερσαίο πόλεμο.
Και εκεί ακριβώς καταρρέει ολόκληρη η λογική της αμερικανικής στρατηγικής, αναλύει το Cradle.

Abu Musa και τα Tunbs: Ένα δώρο στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα
Τα νησιά Abu Musa, Greater Tunb και Lesser Tunb αποτελούν αντικείμενο μακροχρόνιας εδαφικής διαμάχης μεταξύ του Ιράν και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Για ορισμένους κύκλους στην Ουάσιγκτον, η κατάληψή τους εμφανίζεται ως μια εύκολη στρατιωτική επιτυχία.
Στην πραγματικότητα όμως, ακόμη και αν καταληφθούν, θα παραμείνουν αποκομμένα από κάθε δυνατότητα ασφαλούς ανεφοδιασμού.
Χωρίς έλεγχο της απέναντι ιρανικής ακτής, τα νησιά μπορούν να μετατραπούν σε παγίδα για τις αμερικανικές δυνάμεις.
Παράλληλα, μια τέτοια ενέργεια θα εξυπηρετούσε κυρίως τα συμφέροντα του Abu Dhabi, μετατρέποντας τις Ηνωμένες Πολιτείες σε εργαλείο επίλυσης μιας περιφερειακής εδαφικής διαμάχης που δεν αφορά άμεσα τα δικά τους εθνικά συμφέροντα.

Chabahar: Η γεωγραφία ακυρώνει τα σχέδια των ΗΠΑ
Το λιμάνι του Chabahar, στη νοτιοανατολική ακτή του Ιράν, βρίσκεται μακριά από το βασικό πεδίο επιχειρήσεων στον Περσικό Κόλπο.
Η κατάληψή του δεν θα έδινε στρατηγικό πλεονέκτημα, εκτός εάν ακολουθούσε βαθιά χερσαία προέλαση στο εσωτερικό της χώρας.
Επιπλέον, στην ανάπτυξη του λιμανιού συμμετέχει ενεργά η Ινδία, γεγονός που θα μπορούσε να διευρύνει την κρίση πολύ πέρα από την αντιπαράθεση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.

Khuzestan: Το φάντασμα του Saddam Hussein
Το Khuzestan θεωρείται η πιο άμεση δίοδος προς την ενεργειακή καρδιά του Ιράν.
Ακριβώς από εκεί εισέβαλε το Ιράκ του Saddam Hussein το 1980.
Παρά τις αρχικές επιτυχίες, η προέλαση κατέρρευσε και εξελίχθηκε σε έναν εξαντλητικό πόλεμο οκτώ ετών.
Η ιστορία προσφέρει ένα ξεκάθαρο συμπέρασμα.
Το Ιράν δεν είναι εύκολο να κατακτηθεί ούτε από γειτονικές χώρες, πόσο μάλλον από μια υπερδύναμη που επιχειρεί χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη δική της επικράτεια.

Το κουρδικό μέτωπο: Ένα σχέδιο που θα ενισχύσει το Ιράν
Η δημιουργία ενός κουρδικού μετώπου στα δυτικά του Ιράν παρουσιάζεται συχνά ως εργαλείο αποσταθεροποίησης.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιθανό να λειτουργήσει αντίστροφα.
Μια εξωτερική επίθεση με στόχο την εδαφική ακεραιότητα του Ιράν θα μπορούσε να ενισχύσει την εθνική συσπείρωση, δίνοντας στην Τεχεράνη το ισχυρότερο πολιτικό επιχείρημα που θα μπορούσε να επιθυμεί: την υπεράσπιση της πατρίδας απέναντι σε ξένη εισβολή.
Αυτό που σχεδιάζεται ως μέσο διάσπασης μπορεί τελικά να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη συνοχή.
Ο πόλεμος της φθοράς ευνοεί το Ιράν
Τα τελευταία χρόνια έχει αποδειχθεί ότι το Ιράν μπορεί να χρησιμοποιεί σχετικά φθηνά drones και πυραυλικά συστήματα για να αναγκάζει τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους να καταναλώνουν πανάκριβα μέσα αεράμυνας.
Η αναλογία κόστους λειτουργεί εις βάρος της Ουάσιγκτον.
Το Ιράν πολεμά από το δικό του έδαφος, αναπληρώνει γρήγορα τις απώλειές του και στηρίζεται στην εγχώρια παραγωγή.
Αντίθετα, κάθε αμερικανικό βλήμα, κάθε όχημα, κάθε στρατιώτης και κάθε τόνος εφοδίων πρέπει να μεταφερθεί χιλιάδες χιλιόμετρα μέσω θαλάσσης και αέρα.
Ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της Τεχεράνης.
Η αμερικανική υπεροψία ως στρατηγικό μειονέκτημα
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ουάσιγκτον ίσως δεν είναι ούτε το Ιράν ούτε η γεωγραφία.
Είναι η πεποίθηση ότι κάθε κρίση μπορεί να λυθεί μέσω στρατιωτικής ισχύος.
Οι επεμβάσεις σε Ιράκ, Αφγανιστάν, Λιβύη και αλλού απέδειξαν ότι η συντριπτική στρατιωτική υπεροχή δεν συνεπάγεται πολιτική νίκη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τη δυνατότητα να καταστρέψουν υποδομές, όχι όμως να επιβάλουν σταθερότητα ή να διαμορφώσουν μακροπρόθεσμα τις πολιτικές εξελίξεις σύμφωνα με τα συμφέροντά τους.
Η επιμονή στην ίδια συνταγή, παρά τις επανειλημμένες αποτυχίες, αποκαλύπτει περισσότερο ιδεολογική ακαμψία παρά στρατηγική διορατικότητα.
Αδιέξοδο
Όσο η Ουάσιγκτον αναζητά τη «σωστή» είσοδο στο Ιράν, αγνοεί το ουσιώδες: δεν υπάρχει εύκολη έξοδος.
Κάθε στρατιωτικό σενάριο οδηγεί βαθύτερα στην ιρανική επικράτεια, απαιτεί περισσότερες δυνάμεις, περισσότερους οικονομικούς πόρους και μεγαλύτερο πολιτικό κόστος.
Αντί να ανοίγει νέες επιλογές, περιορίζει τις ήδη υπάρχουσες.
Το πραγματικό δίλημμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι ποιο σημείο θα χτυπήσουν πρώτο.
Είναι αν μπορούν να αντέξουν τις συνέπειες ενός πολέμου που, από τη φύση της γεωγραφίας, της ιστορίας και της ισορροπίας δυνάμεων, είναι πολύ πιο εύκολο να αρχίσει παρά να τελειώσει.
Η στρατηγική των ΗΠΑ εμφανίζεται έτσι όχι ως σχέδιο νίκης, αλλά ως μια αλληλουχία κλιμακούμενων κινήσεων χωρίς σαφή πολιτικό προορισμό.
Και όσο η αμερικανική ηγεσία επιμένει να αντιμετωπίζει το Ιράν ως ακόμη ένα πεδίο επίδειξης ισχύος, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να βρεθεί εγκλωβισμένη σε μια σύγκρουση που θα αποδυναμώσει πρωτίστως την ίδια την αμερικανική επιρροή στη Μέση Ανατολή.
www.bankingnews.gr
Για το αμερικανικό πολιτικό και στρατιωτικό κατεστημένο, η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το ποιο από αυτά τα σημεία μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας επιτυχημένης στρατιωτικής επιχείρησης.
Ωστόσο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποια «πόρτα» μπορεί να ανοίξει.
Είναι αν υπάρχει έξοδος.
Η γεωγραφία του Ιράν, η στρατιωτική του διάταξη και η ίδια η ιστορία δείχνουν το αντίθετο.
Κάθε πιθανό σημείο εισόδου δεν οδηγεί σε γρήγορη νίκη, αλλά σε ακόμη βαθύτερη εμπλοκή.
Κάθε νέο βήμα αυξάνει το κόστος για τις Ηνωμένες Πολιτείες, περιορίζει τις επιλογές τους και τις παγιδεύει σε έναν πόλεμο που δύσκολα μπορεί να κερδηθεί.
Η ιστορία που η Ουάσιγκτον επιμένει να αγνοεί
Η αμερικανική πολιτική ηγεσία δείχνει να ξεχνά ένα βασικό μάθημα του Πολέμου της Κορέας.
Το 1950, όταν η Ουάσιγκτον ετοιμαζόταν να επεκτείνει τον πόλεμο στην ασιατική ήπειρο, μόνο ένας κορυφαίος στρατιωτικός τόλμησε να διαφωνήσει.
Ο στρατηγός Omar Bradley προειδοποίησε τον τότε πρόεδρο Harry Truman ότι ο αμερικανικός στρατός ήταν πολύ μικρός για έναν εκτεταμένο χερσαίο πόλεμο στην Ασία.
Ακολούθησαν τρία χρόνια αιματηρού αδιεξόδου.
Περισσότερες από επτά δεκαετίες αργότερα, το ίδιο στρατηγικό πρόβλημα παραμένει άλυτο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν τεράστια ναυτική και αεροπορική ισχύ, όμως δεν αποτελούν δύναμη σχεδιασμένη να καταλάβει και να διατηρήσει τον έλεγχο μιας τεράστιας χώρας όπως το Ιράν.
Κι όμως, στην Ουάσιγκτον η ίδια ψευδαίσθηση επιστρέφει ξανά και ξανά.

Η στρατηγική του Donald Trump και η πραγματικότητα
Στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, στις 8 Ιουλίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump ανακοίνωσε ότι θεωρεί νεκρή την εκεχειρία με το Ιράν και επανέφερε την απειλή κατάληψης του νησιού Kharg, δηλώνοντας χαρακτηριστικά πως «δεν μπορούν να κάνουν απολύτως τίποτα».
Η πραγματικότητα όμως αποδείχθηκε διαφορετική.
Παρά τις συνεχείς αεροπορικές επιθέσεις επί ημέρες, τα προβλήματα που υποτίθεται ότι θα επιλύονταν παρέμειναν.
Τα Στενά του Hormuz συνέχισαν να βρίσκονται υπό πίεση, ενώ η στρατηγική εικόνα δεν μεταβλήθηκε ουσιαστικά.
Αυτό αναδεικνύει μια βαθύτερη αδυναμία της αμερικανικής στρατηγικής: μπορεί να καταστρέφει στόχους, αλλά αδυνατεί να επιβάλει πολιτικό αποτέλεσμα.

Douglas Macgregor: «Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να νικήσουν»
Από τις ελάχιστες φωνές που αμφισβητούν δημόσια την κυρίαρχη γραμμή στην Ουάσιγκτον είναι ο απόστρατος συνταγματάρχης Douglas Macgregor, πρώην διοικητής τεθωρακισμένων στον Πόλεμο του Κόλπου και πρώην σύμβουλος του Πενταγώνου.
Η θέση του είναι σαφής.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν την απαραίτητη χερσαία δύναμη για να καταλάβουν και να ελέγξουν το Ιράν.
Χωρίς μαζική στρατιωτική ανάπτυξη εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών, οποιαδήποτε προσπάθεια στρατιωτικής νίκης είναι πρακτικά αδύνατη.
Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να κερδίσει έναν πόλεμο που δεν διαθέτει τα μέσα να ολοκληρώσει.

Douglas Macgregor
Νήσος Kharg: Ένας στόχος χωρίς στρατηγικό αποτέλεσμα
Η νήσος Kharg αποτελεί τον βασικό κόμβο εξαγωγής ιρανικού πετρελαίου, μέσω του οποίου διακινείται περίπου το 90% των εξαγωγών αργού της χώρας.
Για την αμερικανική πλευρά, η κατάληψή του παρουσιάζεται ως αποφασιστικό πλήγμα.
Στην πραγματικότητα όμως δεν λύνει κανένα από τα βασικά στρατηγικά προβλήματα.
Ακόμη και αν οι αμερικανικές δυνάμεις καταλάμβαναν το νησί, δεν θα εξασφάλιζαν την επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz, ούτε θα εξουδετέρωναν τις ιρανικές στρατιωτικές δυνατότητες στην περιοχή.
Η επιχείρηση θα δημιουργούσε απλώς ένα νέο, απομονωμένο μέτωπο που θα απαιτούσε συνεχή προστασία και ενισχύσεις.

Στενά του Hormuz: Εκεί όπου η γεωγραφία νικά την υπερδύναμη
Τα Στενά του Hormuz αποτελεί το σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα του πλανήτη.
Παρά τις αμερικανικές επιθέσεις, το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει κινητούς εκτοξευτές αντιπλοϊκών πυραύλων, ναρκοθετικά μέσα και παράκτια αμυντικά συστήματα.
Για να εξουδετερωθούν πλήρως αυτές οι δυνατότητες, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να καταλάβουν ολόκληρη την παραλιακή ζώνη του Ιράν.
Αυτό σημαίνει χερσαίο πόλεμο.
Και εκεί ακριβώς καταρρέει ολόκληρη η λογική της αμερικανικής στρατηγικής, αναλύει το Cradle.

Abu Musa και τα Tunbs: Ένα δώρο στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα
Τα νησιά Abu Musa, Greater Tunb και Lesser Tunb αποτελούν αντικείμενο μακροχρόνιας εδαφικής διαμάχης μεταξύ του Ιράν και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Για ορισμένους κύκλους στην Ουάσιγκτον, η κατάληψή τους εμφανίζεται ως μια εύκολη στρατιωτική επιτυχία.
Στην πραγματικότητα όμως, ακόμη και αν καταληφθούν, θα παραμείνουν αποκομμένα από κάθε δυνατότητα ασφαλούς ανεφοδιασμού.
Χωρίς έλεγχο της απέναντι ιρανικής ακτής, τα νησιά μπορούν να μετατραπούν σε παγίδα για τις αμερικανικές δυνάμεις.
Παράλληλα, μια τέτοια ενέργεια θα εξυπηρετούσε κυρίως τα συμφέροντα του Abu Dhabi, μετατρέποντας τις Ηνωμένες Πολιτείες σε εργαλείο επίλυσης μιας περιφερειακής εδαφικής διαμάχης που δεν αφορά άμεσα τα δικά τους εθνικά συμφέροντα.

Chabahar: Η γεωγραφία ακυρώνει τα σχέδια των ΗΠΑ
Το λιμάνι του Chabahar, στη νοτιοανατολική ακτή του Ιράν, βρίσκεται μακριά από το βασικό πεδίο επιχειρήσεων στον Περσικό Κόλπο.
Η κατάληψή του δεν θα έδινε στρατηγικό πλεονέκτημα, εκτός εάν ακολουθούσε βαθιά χερσαία προέλαση στο εσωτερικό της χώρας.
Επιπλέον, στην ανάπτυξη του λιμανιού συμμετέχει ενεργά η Ινδία, γεγονός που θα μπορούσε να διευρύνει την κρίση πολύ πέρα από την αντιπαράθεση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.

Khuzestan: Το φάντασμα του Saddam Hussein
Το Khuzestan θεωρείται η πιο άμεση δίοδος προς την ενεργειακή καρδιά του Ιράν.
Ακριβώς από εκεί εισέβαλε το Ιράκ του Saddam Hussein το 1980.
Παρά τις αρχικές επιτυχίες, η προέλαση κατέρρευσε και εξελίχθηκε σε έναν εξαντλητικό πόλεμο οκτώ ετών.
Η ιστορία προσφέρει ένα ξεκάθαρο συμπέρασμα.
Το Ιράν δεν είναι εύκολο να κατακτηθεί ούτε από γειτονικές χώρες, πόσο μάλλον από μια υπερδύναμη που επιχειρεί χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη δική της επικράτεια.

Το κουρδικό μέτωπο: Ένα σχέδιο που θα ενισχύσει το Ιράν
Η δημιουργία ενός κουρδικού μετώπου στα δυτικά του Ιράν παρουσιάζεται συχνά ως εργαλείο αποσταθεροποίησης.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιθανό να λειτουργήσει αντίστροφα.
Μια εξωτερική επίθεση με στόχο την εδαφική ακεραιότητα του Ιράν θα μπορούσε να ενισχύσει την εθνική συσπείρωση, δίνοντας στην Τεχεράνη το ισχυρότερο πολιτικό επιχείρημα που θα μπορούσε να επιθυμεί: την υπεράσπιση της πατρίδας απέναντι σε ξένη εισβολή.
Αυτό που σχεδιάζεται ως μέσο διάσπασης μπορεί τελικά να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη συνοχή.
Ο πόλεμος της φθοράς ευνοεί το Ιράν
Τα τελευταία χρόνια έχει αποδειχθεί ότι το Ιράν μπορεί να χρησιμοποιεί σχετικά φθηνά drones και πυραυλικά συστήματα για να αναγκάζει τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους να καταναλώνουν πανάκριβα μέσα αεράμυνας.
Η αναλογία κόστους λειτουργεί εις βάρος της Ουάσιγκτον.
Το Ιράν πολεμά από το δικό του έδαφος, αναπληρώνει γρήγορα τις απώλειές του και στηρίζεται στην εγχώρια παραγωγή.
Αντίθετα, κάθε αμερικανικό βλήμα, κάθε όχημα, κάθε στρατιώτης και κάθε τόνος εφοδίων πρέπει να μεταφερθεί χιλιάδες χιλιόμετρα μέσω θαλάσσης και αέρα.
Ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της Τεχεράνης.
Η αμερικανική υπεροψία ως στρατηγικό μειονέκτημα
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ουάσιγκτον ίσως δεν είναι ούτε το Ιράν ούτε η γεωγραφία.
Είναι η πεποίθηση ότι κάθε κρίση μπορεί να λυθεί μέσω στρατιωτικής ισχύος.
Οι επεμβάσεις σε Ιράκ, Αφγανιστάν, Λιβύη και αλλού απέδειξαν ότι η συντριπτική στρατιωτική υπεροχή δεν συνεπάγεται πολιτική νίκη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τη δυνατότητα να καταστρέψουν υποδομές, όχι όμως να επιβάλουν σταθερότητα ή να διαμορφώσουν μακροπρόθεσμα τις πολιτικές εξελίξεις σύμφωνα με τα συμφέροντά τους.
Η επιμονή στην ίδια συνταγή, παρά τις επανειλημμένες αποτυχίες, αποκαλύπτει περισσότερο ιδεολογική ακαμψία παρά στρατηγική διορατικότητα.
Αδιέξοδο
Όσο η Ουάσιγκτον αναζητά τη «σωστή» είσοδο στο Ιράν, αγνοεί το ουσιώδες: δεν υπάρχει εύκολη έξοδος.
Κάθε στρατιωτικό σενάριο οδηγεί βαθύτερα στην ιρανική επικράτεια, απαιτεί περισσότερες δυνάμεις, περισσότερους οικονομικούς πόρους και μεγαλύτερο πολιτικό κόστος.
Αντί να ανοίγει νέες επιλογές, περιορίζει τις ήδη υπάρχουσες.
Το πραγματικό δίλημμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι ποιο σημείο θα χτυπήσουν πρώτο.
Είναι αν μπορούν να αντέξουν τις συνέπειες ενός πολέμου που, από τη φύση της γεωγραφίας, της ιστορίας και της ισορροπίας δυνάμεων, είναι πολύ πιο εύκολο να αρχίσει παρά να τελειώσει.
Η στρατηγική των ΗΠΑ εμφανίζεται έτσι όχι ως σχέδιο νίκης, αλλά ως μια αλληλουχία κλιμακούμενων κινήσεων χωρίς σαφή πολιτικό προορισμό.
Και όσο η αμερικανική ηγεσία επιμένει να αντιμετωπίζει το Ιράν ως ακόμη ένα πεδίο επίδειξης ισχύος, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να βρεθεί εγκλωβισμένη σε μια σύγκρουση που θα αποδυναμώσει πρωτίστως την ίδια την αμερικανική επιρροή στη Μέση Ανατολή.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών